Ἀμαζόνα

Ἀμαζών
the Amazons
fem acc sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αμαζόνα — η 1. γυναίκα που της αρέσει η ιππασία, γυναίκα με αντρικό χαρακτήρα: Της άρεσε το κυνήγι κι η ιππασία· ήταν σωστή αμαζόνα. 2. στον πληθ. ως κύρ. όν., Αμαζόνες μυθικό έθνος πολεμόχαρων γυναικών που μάχονταν έφιππες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αμαζόνα — η (Α ως κύριο όνομα Ἀμαζών) η μυθική Αμαζών (βλ. Αμαζόνες) νεοελλ. 1. γυναίκα που ασκείται στην ιππασία και ιππεύει με μεγάλη επιδεξιότητα 2. εύσωμη, σφριγηλή και αθλητική γυναίκα 3. γενναία, πολεμοχαρής γυναίκα, αντρογυναίκα αρχ. 1. ως επίθ. τής …   Dictionary of Greek

  • αμαζόνα — [амазона] ουσ. Θ. амазонка, наездница …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Κρησίλας — (β’ μισό 5ου αι. π.Χ.). Χαλκοπλάστης από την Κυδωνία της Κρήτης, σύγχρονος του Φειδία και του Πολύκλειτου. Εξάσκησε το επάγγελμά του στην Πελοπόννησο, στους Δελφούς, στην Έφεσο, αλλά κυρίως στην Αθήνα, όπου πιθανότατα διαμόρφωσε τα βασικά… …   Dictionary of Greek

  • δεύτερος — η, ο και δεύτερος, δευτέρα, ο (AM δεύτερος, α, ον) Ι. 1. αυτός που φθάνει, έρχεται ή γίνεται αμέσως μετά τον πρώτο (σε διαδοχή χρόνου) (α. «τερμάτισε δεύτερος» β. «γεννήθηκε δεύτερος» γ. «δεύτερος αὖ προΐει ἔγχος» έσυρε δεύτερος το ξίφος) 2.… …   Dictionary of Greek

  • Αμαζόνες — Μυθικός λαός πολεμοχαρών γυναικών που λάτρευαν τον Άρη, θεό του πολέμου, και τον θεωρούσαν γεννήτορά τους. Σύμφωνα με τη μυθολογία, κατοικούσαν στον Πόντο της Μικράς Ασίας, στην περιοχή της Τραπεζούντας. Κανένας άντρας δεν ήταν δεκτός στην… …   Dictionary of Greek

  • Αμαζών — (Αστρον.).Αστεροειδής. Το φαινόμενο μέγεθός του στη μέση αντίθεσή του είναι ίσο προς 13,3, ενώ αν βρισκόταν σε απόσταση μιας αστρονομικής μονάδας από τον Ήλιο και από τη Γη θα είχε φαινόμενο μέγεθος 9,0. Ο αστεροειδής αυτός περιφέρεται σε 2.102,8 …   Dictionary of Greek

  • αμαζόνειος — εια, ειο (ΑΜ ἀμαζόνιος, ιον Μ και ἀμαζόνειος, ειον) [Αμαζών] αυτός που ανήκει ή προσιδιάζει σε αμαζόνα, στις Αμαζόνες αρχ. ως επίθ. τού Απόλλωνος στη Λακωνία …   Dictionary of Greek

  • μονόμαζος — μονόμαζος, ον (Μ) (για αμαζόνα) αυτή που έχει έναν μόνο μαστό, μονοβύζα. [ΕΤΥΜΟΛ. < μον(ο) * + μαζός «μαστός» (πρβλ. δεκά μαζος)] …   Dictionary of Greek

  • σμύρνα — Αγκαθωτό μικρό δέντρο της οικογένειας των Βουρσεριδών. Η επιστημονική ονομασία του είναι κομμιοφόρος η αβησσυνιακή. Η σ. είναι ιθαγενές φυτό της Νότιας Αραβίας. Το ύψος της φτάνει τα 3 ως τα 5 μ., τα φύλλα της είναι φτερωτά και ο κορμός της έχει… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.